Ο Γιώργος Πίττας μιλά στο Passenger.gr για το νέο του βιβλίο, τα Ταξίδια και την Γαστρονομία

287

Το Passenger.gr δημιουργήθηκε ως μια ιστοσελίδα που θα συγκέντρωνε καθημερινά ειδήσεις, εικόνες και προτάσεις για τα Ταξίδια, την Γαστρονομία και τον Πολιτισμό. Ο Γιώργος Πίττας είναι ένας άνθρωπος που έχει μετουσιώσει σε καθημερινότητα και τρόπο ζωής όλα τα παραπάνω. Και για αυτό είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι για την συνέντευξη που μας παραχώρησε.

Με το νέο του βιβλίο με τίτλο «Αλφαβητάρι της Ελληνικής Γαστρονομίας» έρχεται να εμπλουτίσει την ήδη σημαντική βιβλιογραφία του πάνω σε θέματα λαϊκής παράδοσης και γαστρονομικού πλούτου. Έρχεται να μας επαναβεβαιώσει πως οι γεύσεις ταξιδεύουν αλλά και τα ταξίδια είναι λειψά αν δεν συνοδευτούν με την γεύση της τοπικής κουζίνας. Η συνέντευξη που μας παραχώρησε συνοψίζει τις επιρροές, τα κίνητρα και το πάθος ενός αιώνιου ταξιδευτή.

Είστε ένας άνθρωπος που έχετε αφιερώσει την ζωή σας στην εξερεύνηση αλλά και την ανάδειξη της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας δίνοντας έμφαση σε ειδικές πτυχές της όπως η γαστρονομία, τα πανηγύρια, οι ταβέρνες, τα καφενεία και εν γένει η λαϊκή μας παράδοση. Ποιο ήταν το έρεισμα; Πότε ξεκινήσατε και ποιος ο λόγος που συνεχίζετε μέχρι σήμερα;

Aπό μικρός μου άρεσαν τα ταξίδια στην Ελλάδα, γιατί δεν είχα καμία «ιδιαίτερη πατρίδα», όπως λέγαν στα χρόνια μου τον τόπο καταγωγής τους, επειδή είμαι 4 γενιές Αθηναίος. Αυτό μου έδωσε μια ελευθερία κινήσεων. Στην Ελλάδα των ταξιδιών μου, ενώ ασχολήθηκα με αντικείμενα και χώρους όπως προϊόντα, εδέσματα, ταβέρνες, καφενεία, πανηγύρια, τελικά μιλώ για τους τόπους της “αγίας καθημερινότητας”, όπου ουσιαστικά πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι, οι δράσεις τους, οι δημιουργίες τους, τα συναισθήματα και οι σχέσεις τους. Αυτό που με ένοιαζε ήταν να χαθώ μέσα σ’ αυτά και να μάθω, να γευθώ, να πιώ, να τραγουδήσω και τελικά να αποτελέσω κι εγώ ένα κομμάτι του θέματός μου. Δηλαδή, παραλληλα με την έρευνα πεδίου -όπως λέγεται-, γινόταν και μια έρευνα εσωτερική που αφορούσε τη σχέση μου μ’ όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω μου.

Η γαστρονομία υπήρξε πάντοτε στο επίκεντρο των αναζητήσεων σας. Αν έπρεπε να επιλέξετε ένα νησί ή μια περιοχή της ηπειρωτικής Ελλάδας που αποτελεί για εσάς ιδανικό γαστρονομικό προορισμό τότε ποιος θα ήταν και γιατί;

Περιοχές που μπορούν να πρωταγωνιστήσουν, είναι αυτές που έχουν αναπτυγμένη γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, που είναι οι προϋποθέσεις για να υπάρξουν καλές πρώτες ύλες, η βάση της μαγειρικής. Ικανή συνθήκη όμως να υπάρχει ζωντανή γαστρονομική παράδοση και ισχυρή βούληση για την ανάδειξή της. Περιοχές που έχουν μεγάλες δυνατότητες είναι η Κρήτη, η Κέρκυρα, η Ήπειρος, οι Κυκλάδες, η Λέσβος, η Χίος και η Μάνη.

Έχουμε ως χώρα αναδείξει όσο θα έπρεπε τον γαστρονομικό μας πλούτο; Υπάρχουν επιτυχημένα κατά τόπους success stories που μπορούν να αποτελέσουν «πιλότο» και για άλλες περιοχές;

Δυστυχώς ο γαστρονομικός πλούτος της χώρας δεν έχει αναδειχθεί, όπως θα έπρεπε. Οι λόγοι είναι πολλοί, και έχουν σχέση με τη βίαιη μεταπολεμικά εσωτερική μετανάστευση, με την εγκατάλειψη της επαρχίας, με την άναρχη αστικοποίηση, με το έλλειμα πολιτιστικής αυτοπεποίθησης, με αποτέλεσμα την ντροπή που νιώθαμε μέχρι πριν λίγα χρόνια για τα παραδοσιακά μας φαγητά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στις μέρες μας, πάντως, είναι πως περιμένουμε η «δουλειά» της ανάδειξης να γίνει από άλλους, από το κράτος, από την πολιτεία, ενώ αυτό αφορά την πρωτοβουλία των ανθρώπων που ασχολούνται με την γαστρονομία κάθε τόπου. Κλασικό παράδειγμα success story είναι τα foodpaths της Τήνου, όπου χάρη στη δράση των επαγγελματιών της γαστρονομίας του νησιού, μέσα σε πέντε χρόνια το νησί έγινε σημαντικός πόλος έλξης επισκεπτών, φίλων του καλού φαγητού.

Παρόμοιες δράσεις οργανώνω κι εγώ, εδώ και δύο χρόνια, με το πρόγραμμα των “Γαστρονομικών Κοινοτήτων” που ήδη εφαρμόζεται σε 12 διάφορες περιοχές της χώρας, με πιο πρόσφατες την Κέρκυρα, την Άρτα, και την Αμοργό.

Το βιβλίο σας για τα ελληνικά καφενεία αποτελεί ένα πρότυπο σωστής και ενδελεχούς έρευνας γύρω από ένα αναπόσπαστο κομμάτι του λαϊκού μας πολιτισμού. Για εμένα που είμαι λάτρης των παραδοσιακών καφενείων, αποτελεί έναν «οδικό χάρτη» τον οποίο και ακολουθώ πιστά κάθε φορά που οργανώνω ένα ταξίδι μου. Πώς νιώθετε κάθε φορά που ένα παραδοσιακό καφενείο κλείνει, εγκαταλείπεται ή «εκσυγχρονίζεται» αλλάζοντας πλήρως μορφή και αισθητική ταυτότητα;

Το δυσάρεστο αυτό συναίσθημα το ένιωθα την περίοδο της καταγραφής των καφενείων, όπου πολλές φορές δεν τα πρόλαβα όπως μού τα είχαν περιγράψει. Θυμάμαι πως μια φορά έκανα 60 χιλιόμετρα παράκαμψη για να βρω ένα καφενείο για το οποίο είχα καλές πληροφορίες, και όταν έφτασα, με καμάρι οι ιδιοκτήτες μού είπαν ότι μόλις το είχαν ανακαινίσει (καταστρέφοντας την παλιά του μορφή) και βέβαια εγώ περισυνέλλεξα την παραπεταμένη -στα σκουπίδια- παλιά επιγραφή και «πήρα των ομματιών μου».

Μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μου, ιδιοκτήτες των καφενείων πείστηκαν ότι κατείχαν κάτι μοναδικό, και με χαρά μεγάλη μπορώ να σας πω ότι από τότε οι απώλειες ήσαν ελάχιστες έως μηδαμινές.

Ο Γιώργος Πίττας δεν γράφει μόνο στο χαρτί αλλά και στο διαδίκτυο. Η ιστοσελίδα σας www.greekgastronomyguide.gr μας έχει φανερώσει αμέτρητες φορές κρυμμένους γαστρονομικούς θησαυρούς ακόμα και στα πιο απομονωμένα μέρη. Έχετε επισκεφτεί ο ίδιος όλα τα εστιατόρια που προτείνονται εκεί; Έχετε συνεργάτες που εμπιστεύεστε και έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης;

Τα ταξίδια μου δεν είναι μόνο η χαρά μου, αλλά είναι η ζωή μου. Δεν υπάρχει πιο ενδιαφέρουσα στιγμή από το να σχεδιάζεις την εξερεύνηση ενός τόπου, και ταυτόχρονα στην πορεία να εισπράτεις μηνύματα και πληροφορίες και να τροποποιείς το πρόγραμμα, και φυσικά η μέγιστη χαρά να ανακαλύπτεις κρυμμένους και άγνωστους θησαυρούς. Μέχρι σήμερα, εδώ και 20 χρόνια, την έρευνα, την καταγραφή και την φωτογράφιση τα κάνω μόνος μου, όπως ο Λούκυ Λουκ, “ένας φτωχός και μόνος καουμπόι” με την Ντόλυ του. Μεγάλη βοήθεια όμως έχω από τους εκατοντάδες φίλους που δημιούργησα μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, και είναι αυτοί γνώστες των μυστικών των τόπων τους. Χωρίς τους ντόπιους ιχνηλάτες δύσκολα να ανακαλύψεις μια περιοχή.

Το νέο σας βιβλίο με τίτλο «Αλφαβητάρι της Ελληνικής Γαστρονομίας» πρόκειται σύντομα να βρεθεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.

Όλα τα βιβλία μου έχουν ένα είδος κατηγοριοποίησης και ταξινόμησης. Από τις Ταβέρνες της Αθήνας, τα Καφενεία της Ελλάδας, τα Πανηγύρια του Αιγαίου, ως τους Θησαυρούς της Ελληνικής Γαστρονομίας, και καταπιανόμουν με θέματα που συγκινούσαν.

Με το Αλφαβητάρι, θέλησα να μοιραστώ αυτά που τόσα χρόνια έχω γνωρίσει με τα ταξίδια μου, με τους σύγχρονους περιηγητές, Έλληνες ή ξένους, παρουσιάζοντάς τους την αυθεντική Ελλάδα, μέσα από ένα ταξίδι σε τουριστικούς προορισμούς όπου η γαστρονομία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας και του πολιτισμού κάθε τόπου. Στα 500 λήμματα και στις 700 φωτογραφίες ξεδιπλώνονται όλες οι εκφάνσεις της ελληνικής γαστρονομίας, και περιγράφονται οι σπουδαιότεροι πρωταγωνιστές της.

Οι αναγνώστες μας είναι κυρίως άνθρωποι που λατρεύουν τα ταξίδια, την εξερεύνηση, το καλό φαγητό και γενικά το ευ ζην μέσα από τις απλές απολαύσεις της καθημερινότητας. Ως άνθρωπος που έχει αποδείξει πως όλα τα παραπάνω μπορούν να αποτελέσουν τρόπο ζωής με ποιότητα και διάρκεια στον χρόνο τι μήνυμα θα θέλατε να τους στείλετε;

Το μήνυμα που θέλω να δώσω στους αναγνώστες σας είναι να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τις μικρές απολαύσεις τις ζωής, και να το κάνουν γνωρίζοντας την Ελλάδα. Γιατί η χώρα μας έχει μια απέραντη ομορφιά, όχι μόνο ως τοπίο, αλλά και ως τόπος, με δυνατότητες και ανθρώπους που μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Αυτούς θα ήταν καλό με κάθε τρόπο να τους ενθαρρύνουμε, γιατί το αξίζουν.

Κι όπως λέει εύστοχα ο Ίταλο Καλβίνο στις Aόρατες πόλεις: “Απαιτείται να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι –μέσα στην κόλαση– δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο”.