Παναγία Σουμελά: Ταξιδεύοντας στη Μεγαλόχαρη του Πόντου

520

Χτισμένος σε μία πλαγιά του κατάφυτου Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά, ο ναός της Παναγίας Σουμελά μπορεί και καθηλώνει τους επισκέπτες

Ιδρύθηκε το 1951 ως συνέχεια της ομώνυμης μονής στον Πόντο, που επί 16 αιώνες αποτελούσε σύμβολο και πνευματικό κέντρο του Ποντιακού Ελληνισμού.

Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απρόσιτες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα.

Οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Βαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο.

Κοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.

Οι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας,

Τα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Νεότουρκων και των Κεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 οι Τούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Αφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Ελλήνων. Οι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού.

Με ενέργειες του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθερίου Βενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.

Το 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του παλιού μοναστηριού. Ο υπέργηρος Ιερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο Αμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Αγίου Θεράποντα της Τούμπας στη Θεσσαλονίκη. Από τον μοναχό Ιερεμία έμαθε ο Αμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Αμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Κωνσταντινούπολη και από εκεί για την Τραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Αθήνα με τα κειμήλια.

Η εικόνα εκτέθηκε για 20 χρόνια στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Ιασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Ελλάδας. Επιθυμία των Ποντίων ήταν να βρεθεί κάποιο μέρος βραχώδες και ήσυχο, παρόμοιο με αυτό στον Πόντο, ώστε να χτιστεί η “Νέα” Μονή που θα φιλοξενούσε την εικόνα, κάτι που έγινε τελικά το 1951 στην περιοχή της Καστανιάς στο Βέρμιο, κοντά στην Βέροια Ημαθίας. Ο Φίλων Κτενίδης συνέβαλε στη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά.

Τον Ιούνιο του 2010 το Τουρκικό Κράτος έδωσε άδεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για να τελεστεί στη μονή η λειτουργία για την γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου 2010, με την Τουρκία να προσδοκά τόσο στην έξωθεν καλή μαρτυρία για σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών όσο και σε οικονομικά οφέλη από την αύξηση των τουριστών στην περιοχή τις ημέρες αυτές. Στην απόφαση να ανοίξει η μονή για μία ημέρα διεκδικεί μερίδιο και η Ρωσική Εκκλησία. Αυτή ήταν η πρώτη φορά ύστερα από 88 έτη που το μοναστήρι λειτούργησε ξανά ως εκκλησία, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε μετατραπεί σε μουσείο.

Η θαυματουργή εικόνα

Οι άνδρες και τα γυναικόπαιδα που κατάφεραν να επιζήσουν από τη γενοκτονία και το καλά μεθοδευμένο σχέδιο αφελληνισμού του Πόντου πήραν αναγκαστικά το δρόμο της προσφυγιάς, κουβαλώντας μαζί τους τις μνήμες των προπατόρων τους, τους πόνους και τους καημούς της ποντιακής ρωμιοσύνης, τις εικόνες από τα εικονοστάσια των σπιτιών τους.

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σουμελιώτισσας (θεωρείται έργο του Ευαγγελιστή Λουκά) και άλλα ιερά κειμήλια της μονής μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα το 1931.

Η εικόνα της Θεοτόκου, είναι χωρισμένη σε δύο κομμάτια και τόσο κατεστραμμένη που κανέναν ίχνος από τις μορφές και τα ενθυμήματα των προσώπων που εικονίζονταν σε αυτή (της Παναγίας και του μικρού Χριστού) δε διακρίνεται. Διακρίνονται όμως τα διαγράμματα της Θεοτόκου και του μικρού Ιησού. Αυτά τονίζονται εντονότερα από την ασημένια και χρυσωμένη θήκη που τα περιβάλλει. Σε αυτήν υπάρχουν πρόσθετα οι επιγραφές IC. XC. MP. ΘΥ. H COYMELHTHCA (Ιησού Χριστού Μήτηρ Θεού η Σουμελιώτισσα).

Θαυματουργή ήταν σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση και η φυσική ύδρευση του μοναστηριού, καθώς οι μοναχοί είδαν να αναβλύζει νερό από τους απόκρημνους γρανιτένιους βράχους.

Το σύγχρονο κτιριακό συγκρότημα περιλαμβάνει δύο ναούς, πλούσια βιβλιοθήκη, εκθετήριο εκκλησιαστικών σκευών, εικόνων και αμφίων, καθώς και πολλούς ξενώνες και βοηθητικές εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών και των προσκυνητών. Ο Ποντιακός πολιτισμός είναι χαραγμένος γύρω από το μοναστήρι, με παραδοσιακά φαγητά και σουβενίρ.

Η Παναγία Σουμελά, δεν είναι απλά ένας ναός αλλά σύμβολο του Ποντιακού πολιτισμού…