Την περίοδο -29 Σεπτεμβρίου έως 1 Οκτωβρίου 2025- διεξήχθη ενάλια αρχαιολογική έρευνα πλησίον του αρχαιολογικού χώρου της Ασίνης, ανατολικά του Τολού Αργολίδας. Χάρη στην ευνοϊκή τοποθεσία της, που προσφέρει ένα φυσικό λιμάνι αλλά και ένα ύψωμα που συνέβαλε στην αμυντική της ικανότητα, η θέση αυτή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς, με μία συνέχεια έως τους ιστορικούς χρόνους.
Η ανασκαφική έρευνα στη θαλάσσια αυτή περιοχή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο πενταετούς ερευνητικού προγράμματος που ξεκίνησε το 2022, ως συνέχεια της πιλοτικής έρευνας του 2021, ως συνεργασία της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών και του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, με συμμετέχοντες από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και την εταιρεία Nordic Maritime Group. Οι αρχαιολογικές έρευνες των ετών 2021-2025 αποκάλυψαν την έκταση και τη φύση μιας μεγάλης τεχνητής λιμενικής εγκατάστασης, ανατολικά της θέσης Καστράκι. Η κύρια κατασκευή αποτελείται από ένα μεγάλο τεχνητό πλάτωμα που βρίσκεται σε αβαθή ύδατα.
Στόχος της ερευνητικής περιόδου του 2025 ήταν η χρονολόγηση και περαιτέρω διερεύνηση των κατασκευών που εντοπίζονται στην κορυφή του υποθαλάσσιου πλατώματος, προκειμένου να προσδιοριστεί ο ρόλος τους. Με μια πρώτη ματιά, το υποθαλάσσιο πλάτωμα φαίνεται να αποτελεί έναν μεγάλο λιθοσωρό. Ωστόσο, μέσα από προσεκτική παρατήρηση του τρισδιάστατου μοντέλου του πλατώματος των ετών 2021 και 2022 και την ενάλια έρευνα, διακρίνονται λιθόκτιστες κατασκευές που ξεχωρίζουν είτε λόγω του σχήματός τους είτε επειδή αποτελούνται από λίθους συγκεκριμένου μεγέθους . Για τη χρονολόγηση των κατασκευών αυτών, αποφασίστηκε να μετακινηθούν οι λίθοι από τρεις κατασκευές, προκειμένου να διαπιστωθεί, εάν υπήρχαν μεταξύ τους χρονολογήσιμα αντικείμενα. Εντούτοις, τα χρονολογήσιμα ευρήματα ανάμεσα στους λίθους ήταν ελάχιστα, βρέθηκαν μόνο δύο όστρακα κεραμικής. Η ερευνητική περίοδος του 2025 αποκάλυψε ότι οι- λίγο πολύ- τετραγωνικές κατασκευές στην κορυφή του πλατώματος πιθανότατα αντιπροσωπεύουν διαφορετικές χρονολογικές φάσεις και αποτελούν, κατά πάσα πιθανότητα τα κατάλοιπα θεμελίων προβλητών, κατασκευασμένων από ξύλινα κασόνια, γεμισμένα με λίθους. Μετά την αποσύνθεση του ξύλου, ό,τι απέμεινε είναι οι λίθοι. Τα πιθανολογούμενα αυτά κασόνια είναι μεταγενέστερα του ίδιου του πλατώματος.
Όπως είχε ήδη επισημανθεί κατά τις προηγούμενες ερευνητικές περιόδους, το ίδιο το πλάτωμα, με τη σαφή επέκτασή του προς τα δυτικά, θεωρείται ότι ανήκει στη Ρωμαϊκή περίοδο, βάσει των θραυσμάτων αμφορέα που εντοπίστηκαν εντός του. Το πλάτωμα, με το οριοθετημένο άκρο του, θυμίζει προκυμαία που αρχικά είχε ανεγερθεί ώστε να εξέχει από την επιφάνεια του νερού. Με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, το κρηπίδωμα αυτό καταβυθίστηκε. Η κατασκευή προβλητών, στερεωμένων με ξυλότυπους θεμελίωσης επάνω σε αυτό το καταβυθισμένο πλάτωμα επέτρεψε τη συνέχιση της χρήσης του χώρου για φόρτωση, εκφόρτωση και επιβίβαση.
Περαιτέρω μελέτες του τρισδιάστατου μοντέλου, σε συνδυασμό με τη χρονολόγηση του υλικού που έχει περισυλλεχθεί κατά τις προηγούμενες ερευνητικές περιόδους, θα αποτελέσουν τη βάση για τη μελλοντική ανάλυση και κατανόηση αυτής της καταβυθισμένης κατασκευής και της χρήσης της στον λιμένα της Ασίνης.
Από ελληνικής πλευράς, τη διεύθυνση της ανασκαφικής έρευνας στη θαλάσσια αυτή περιοχή είχε η Δρ. Παναγιώτα Γαλιατσάτου, Καταδυόμενη Αρχαιολόγος της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, και από σουηδικής πλευράς, η Καθηγήτρια Ann-Louise Schallin (Επιστημονική Διευθύντρια, Πανεπιστήμιο Στοκχόλμης) και ο Δρ. Niklas Eriksson (Διευθυντής Πεδίου, Πανεπιστήμιο Στοκχόλμης). Συμμετείχαν, επίσης, η κ. Παρασκευή Μίχα, Καταδυόμενη Αρχαιολόγος στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, ο κ. Σπυρίδων Μουρέας, καταδυόμενος εργατοτεχνίτης, ο BA Jens Lindström, από τη Nordic Maritime Group και ο MA Staffan Von Arbin, από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ.
Τα αποτελέσματα της έρευνας θα δημοσιευθούν στο επιστημονικό περιοδικό των Σουηδικών Ινστιτούτων Αθηνών και Ρώμης, Opuscula, και σε άλλα επιστημονικά περιοδικά.
